Νέγκεντε Τέκλεμαρίγιαμ: 26 Χρόνια στη Φυλακή για την Πίστη Μου
https://www.jw.org/finder?srcid=share&wtlocale=G&lank=pub-jwbvod25_52_VIDEOΣτις 17 Σεπτεμβρίου 1994, με απήγαγαν μέσα στη νύχτα.
Άκουσα να χτυπάνε την πόρτα, και οι στρατιώτες όρμησαν στο σπίτι.
Με έψαχναν από δωμάτιο σε δωμάτιο ξυπνώντας την οικογένειά μου.
Δεν είχα καν σηκωθεί από το κρεβάτι όταν με άρπαξαν τρεις οπλισμένοι στρατιώτες.
Δεν με άφησαν να ντυθώ.
Με πήραν με τις πιτζάμες.
Η μητέρα μου μού είπε: «Να έχεις θάρρος. Ο Ιεχωβά είναι μαζί σου. Όσο παραμένεις όσιος, ο Ιεχωβά θα σε προστατεύει».
Με πήγαν στο 3ο Αστυνομικό Τμήμα και με έβαλαν σε ένα κελί.
Ήταν τόσο σκοτεινά που δεν έβλεπα πόσοι άλλοι ήταν εκεί μέσα.
Όπως έκαναν και με τους άλλους κρατουμένους, δεν με κατέγραψαν πουθενά.
Δεν συμπλήρωσαν κανένα έγγραφο.
Μας κράτησαν εκεί για δύο ώρες περίπου και μετά, κατά τις 4:00 τα ξημερώματα, μας πήγαν όλους στο γήπεδο της Ασμάρα.
Ήταν ακόμα σκοτάδι όταν φτάσαμε.
Περίπου χίλιοι άνθρωποι ήταν εκεί.
Αλλά καθώς άρχισε να ξημερώνει, κατά τις 6:00 το πρωί, διέκρινα τον Παύλο, που μεγαλώσαμε μαζί, και μετά τον Ισάκ.
Όλοι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά συγκεντρωθήκαμε σε μια μεριά.
Ήμασταν 14 άτομα.
Ήρθαν πολλά μεγάλα ανοιχτά φορτηγά για να μας μεταφέρουν στη Σάγουα.
Φόρτωσαν 60 με 75 άτομα στο καθένα.
Υπήρχαν πολλές οικογένειες στην είσοδο του γηπέδου, αλλά δεν αναγνώρισα κανέναν.
Στο ίδιο φορτηγό με εμένα ήταν και άλλοι τέσσερις Μάρτυρες.
Μόλις ανεβήκαμε, κάποιος μας πέταξε μια τσάντα με το όνομά μου.
Όταν την άνοιξα, βρήκα δύο δικά μου ρούχα και το εδάφιο της ημέρας.
Βέβαια, εγώ είχα ήδη διαβάσει το εδάφιο για εκείνη τη μέρα από το προηγούμενο βράδυ, προτού πέσω για ύπνο.
Εκείνη τη στιγμή, δεν είδα ποιος πέταξε την τσάντα.
Αλλά πολλά χρόνια αργότερα έμαθα ότι ήταν τα αδέλφια μου.
Το εδάφιο ήταν το Ιωάννης 16:33.
Εκεί εν μέρει λέει: «Στον κόσμο θα έχετε θλίψη, αλλά πάρτε θάρρος!» Είδαμε τι σημαίνει θλίψη όπως δεν το είχαμε δει ποτέ προηγουμένως.
Περάσαμε πολλές δυσκολίες και αδικίες, και όλα αυτά τα χρόνια σκέφτηκα πολλές φορές αυτό το εδάφιο.
Η Σάγουα είναι ένα στρατόπεδο.
Ή μπορείς να πεις ότι είναι μια μικρή πόλη, γιατί μπορεί να ζουν εκεί 10.000, 20.000 ή και περισσότεροι άνθρωποι.
Είναι τεράστιο στρατόπεδο, και εκεί μέσα υπάρχει μια μικρή φυλακή.
Αυτό που με βοήθησε να παραμείνω ουδέτερος όταν ήμουν νεαρός ήταν ότι είχαμε προετοιμαστεί να απαντήσουμε σε ερωτήσεις σχετικά με τη στράτευση.
“Γιατί; Αλήθεια, γιατί αρνούμαι τη στρατιωτική εκπαίδευση;” Δεν ήταν εύκολο να παραμείνω ουδέτερος, γιατί όλοι γύρω μου πήγαιναν στον στρατό.
Με πίεζαν οι συνομήλικοί μου, με πίεζαν οι συγγενείς μου, με πίεζε η κυβέρνηση.
Υπήρχαν πολλά που θα μπορούσαν να με κάνουν να παραβιάσω τη συνείδησή μου.
Έπρεπε να είμαι πλήρως πεπεισμένος.
Αυτό με βοήθησε να μείνω σταθερός.
Πολλές φορές κοντέψαμε να πεθάνουμε λόγω της βάναυσης μεταχείρισης.
Το λέμε φυλακή γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το περιγράψουμε.
Δεν είναι φυλακή.
Δεν υπάρχουν λέξεις για αυτό.
Η μεταχείριση εκεί είναι εντελώς απάνθρωπη.
Οι τοίχοι και η στέγη είναι από λαμαρίνα.
Είχε πόρτα, αλλά ήταν κλειστή.
Είχε παράθυρο αλλά δεν άνοιγε.
Την ημέρα η ζέστη είναι αφόρητη, και αν ακουμπήσεις το μέταλλο μπορεί να καείς.
Δεν υπήρχε εξαερισμός.
Ο χώρος ήταν πολύ μικρός, και έτσι η θερμοκρασία ανέβαινε απίστευτα.
Δεν υπήρχε ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα ούτε μας επέτρεπαν να φέρουμε ρούχα για να ξαπλώσουμε πάνω τους.
Κοιμόμασταν στο χώμα.
Κάποια στιγμή, αφού είχαμε μείνει πολλούς μήνες στη μεταλλική παράγκα, μας έβγαλαν έξω έναν έναν.
Ήταν γύρω στις 10:00 με 11:00 το βράδυ.
Οι στρατιώτες με οδήγησαν στην ερημιά και μου ζήτησαν να σκάψω τον λάκκο μου, αλλά δεν είχα δυνάμεις να το κάνω αυτό.
Εκείνοι όμως είχαν ήδη ανοίξει έναν λάκκο.
Μας έδωσαν δύο επιλογές.
Είπαν: «Δοκιμάσαμε τα πάντα μαζί σας, αλλά εσείς δεν αλλάζετε. Η κυβέρνηση αποφάσισε να εκτελεστείτε. Ή βάζετε τη στρατιωτική στολή και γίνεστε στρατιώτες όπως όλοι οι άλλοι ή συνεχίζετε να λέτε “εγώ ανήκω στη Βασιλεία του Θεού” ή “ανήκω στην ουράνια Βασιλεία”, και σας βάζουμε στον λάκκο».
Με έβαλαν στον λάκκο και άρχισαν να με απειλούν.
Πυροβόλησαν μάλιστα αρκετές φορές δίπλα στο αφτί μου.
Οι φρουροί μού είπαν: «Ο προηγούμενος αρνήθηκε να συμβιβαστεί, και γι’ αυτό τον σκοτώσαμε.
Τον ρίξαμε στον λάκκο.
Ένας άλλος πριν από εσένα είπε “ναι”.
Συμβιβάστηκε και τώρα φοράει τη στολή.
Εσύ τι διαλέγεις;» Αυτός ήταν ένας ακόμα τρόπος για να μας κάνουν να αλλάξουμε άποψη.
«Δεν θα σας παρακαλάμε άλλο. Δεν θα έχετε άλλη ευκαιρία. Είναι η τελευταία φορά που ασχολούμαστε μαζί σας και μπορείτε να αλλάξετε γνώμη».
Δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ καθόλου.
Τους είπα: «Αν θέλετε να με σκοτώσετε, κάντε το. Κάντε ό,τι θέλετε, αλλά εγώ δεν πρόκειται να εκπαιδευτώ στον στρατό ούτε να φορέσω τη στολή σας».
Αντί να με σκοτώσουν, με κλείδωσαν όλη τη νύχτα σε μια τουαλέτα των στρατιωτών.
Έμεινα εκεί όλο το βράδυ, και το πρωί με πήραν σε άλλον χώρο, μακριά από τους υπόλοιπους.
Οι φρουροί μάς είχαν χειρότερα και από ζώα.
Μας έδιναν νερό και φαγητό ίσα ίσα για να μην πεθάνουμε.
Όταν ήμασταν άρρωστοι, δεν μας έδιναν φάρμακα.
Το μόνο φαγητό που είχαμε ήταν φακές με ψωμί.
Το φαγητό που τρώγαμε δεν ήταν αρκετό.
Δεν μας έδινε τις δυνάμεις που χρειαζόμασταν για τη σκληρή δουλειά που κάναμε.
Εξαιτίας αυτής της απάνθρωπης μεταχείρισης, μερικοί αδελφοί μας αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα υγείας, και κάποιοι μάλιστα πέθαναν.
Υπήρχαν και άλλοι φυλακισμένοι.
Σε αυτούς έδιναν περισσότερο φαγητό, περισσότερο νερό.
Εμάς, όμως, επειδή ήμασταν Μάρτυρες, μας φέρονταν χειρότερα.
Ήταν πολύ άδικοι μαζί μας.
Σαν να μην έφτανε που ήμασταν στη φυλακή, οι φρουροί μάς έδεναν, μας μεταχειρίζονταν βάναυσα, μας χτυπούσαν αλύπητα και μας ανάγκαζαν να δουλεύουμε.
Μας έβαζαν να δουλεύουμε ακόμα πιο σκληρά για να εξαντληθούμε, να απαρνηθούμε την πίστη μας και να κάνουμε ό,τι μας έλεγαν.
Αυτό που με δυσκόλεψε περισσότερο τα 23 χρόνια που ήμουν στη Σάγουα ήταν ότι ακόμα και για να κάνεις τη φυσική σου ανάγκη δεν μπορούσες να πας όποτε ήθελες.
Έπρεπε να ζητήσεις άδεια για να πας, και ήταν πάντα μαζί σου ένας στρατιώτης και σε φρουρούσε.
Ήταν πολύ ταπεινωτικό.
Έναν μήνα αφότου με είχαν βάλει στον λάκκο, με ξαναπήρε ένας αξιωματούχος με μερικούς στρατιώτες και με οδήγησαν στην ερημιά.
Δεν είχα τη δύναμη ούτε καν να κρατήσω το φτυάρι και την τσάπα, γι’ αυτό τα κουβάλησαν οι στρατιώτες.
Έσκαψαν γρήγορα μια τρύπα.
Μου είπαν: «Μας έδωσαν την εντολή να σε ρίξουμε μέσα, αλλά εμείς θέλουμε να σε πάμε πίσω στους υπευθύνους και να τους πούμε ότι τώρα συνεργάζεσαι. Αν όμως αρνηθείς, μας είπαν να σε βάλουμε στην τρύπα».
Εγώ είπα: «Κάντε ό,τι νομίζετε».
Με έβαλαν στην τρύπα.
Με έθαψαν μέχρι τον λαιμό, και έμεινε μόνο το κεφάλι μου απέξω.
Μου είχαν απομείνει ελάχιστες δυνάμεις επειδή τους προηγούμενους μήνες με κακομεταχειρίζονταν πάρα πολύ.
Ο ήλιος ήταν καυτός και με χτυπούσε στο κεφάλι, και η άμμος έκαιγε.
Με είχαν θάψει στην άμμο που την έβλεπε ο ήλιος όλη μέρα.
Άρχισα να ιδρώνω και να χάνω σιγά σιγά τις αισθήσεις μου.
Από μακριά περνούσε ένα όχημα με στρατιωτικούς.
Εκείνοι με είδαν από ψηλά και διέκριναν ότι ήμουν θαμμένος μέχρι τον λαιμό.
Είναι ενδιαφέρον ότι αυτός ο στρατιωτικός δεν ήταν από το στρατόπεδο που ήμουν.
Απλώς περνούσε από εκεί.
Ήταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός.
Περνούσε τυχαία και αποφάσισε να σταματήσει.
Με όσους είχε μαζί του άρχισαν να ρωτούν τους στρατιώτες που με έβαλαν εκεί: «Τι είναι αυτό που κάνατε; Επιτρέπεται αυτό το πράγμα, να θάψετε ζωντανό έναν άνθρωπο; Ποιος σας έδωσε την εντολή να το κάνετε αυτό;» Αυτός ο αξιωματικός με βοήθησε χωρίς να τον ξέρω προσωπικά, ούτε εκείνος με ήξερε.
Ποιος άλλος θα μπορούσε να με βοηθήσει σε αυτό το μέρος; Ποιος θα μπορούσε να με σώσει από αυτή την κατάσταση; Ένιωσα ότι ήταν ο Ιεχωβά, όχι κάποιος άνθρωπος.
Ξαφνικά εμφανίζονται άνθρωποι από το πουθενά και αποφασίζουν να με σώσουν; Πιστεύω ότι ο Ιεχωβά ήταν αυτός που με έσωσε.
Στη φυλακή υπήρχε ένας φρουρός και μια γραμματέας που συζητούσαν για εμάς.
Έλεγαν ο ένας στον άλλον: «Αυτοί δεν πρόκειται να βγουν ζωντανοί από εδώ. Μάλλον η κυβέρνηση έχει σκοπό να τους σκοτώσει. Ας κρατήσουμε στοιχεία για να μάθει ο κόσμος έξω την ιστορία τους. Αν ποτέ τους σκοτώσουν και κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν, τουλάχιστον να πούμε στις οικογένειές τους: “Εδώ τους είχαν, δείτε τους”».
Αποφάσισαν, λοιπόν, να μας βγάλουν μια φωτογραφία και να τη δείξουν στους δικούς μας και σε όλο τον κόσμο.
Βλέπετε στη φωτογραφία τα χέρια του Παύλου; Είναι γεμάτα λάσπη.
Εκείνη τη στιγμή ήμασταν έξω και κάναμε βαριές δουλειές, οπότε διακόψαμε για λίγο ώστε να βγάλουμε τη φωτογραφία.
Δεν θέλαμε στη φωτογραφία που θα έβλεπαν οι συγγενείς μας και οι γονείς μας να είμαστε λυπημένοι και αποθαρρυμένοι.
Θέλαμε να ξέρουν ότι είμαστε χαρούμενοι που διωκόμαστε για χάρη του Χριστού.
Γι’ αυτό, προσπαθήσαμε να χαμογελάμε.
Όταν κάποιος πάει στη φυλακή, ίσως σκέφτεται: “Μετά από κάποια χρόνια θα αποφυλακιστώ ή κάποια στιγμή θα περάσω από δίκη”.
Αλλά στη δική μας περίπτωση, για 23 χρόνια δεν υπήρχε ελπίδα να αποφυλακιστούμε ποτέ, πόσο μάλλον να περάσουμε από δίκη για να μας πουν την ποινή μας.
Δεν είχαμε καμία ελπίδα.
Περίμεναν απλώς να τρελαθούμε ή να πεθάνουμε από την έλλειψη ιατρικής φροντίδας.
Ξέραμε ότι βρισκόμασταν εκεί επειδή υποστηρίζαμε την κυριαρχία του Ιεχωβά.
Αν και δεν είχαμε καμιά ελπίδα να αποφυλακιστούμε σύντομα, υπήρχε κάτι που μας βοήθησε να αντέξουμε στη φυλακή: Στοχαζόμασταν συχνά την ανταμοιβή από τον Ιεχωβά, ότι αν μείνουμε πιστοί τώρα, θα ανταμειφθούμε με ζωή στον Παράδεισο στη γη.
Αυτή η σκέψη μάς έδινε δύναμη.
Ο πατέρας μου πέθανε όσο ήμουν στη φυλακή, και έτσι δεν μπόρεσα να τον αποχαιρετήσω όπως θα ήθελα.
Ούτε και την αδελφή μου, που επίσης πέθανε.
Ανυπομονώ να τη συναντήσω ξανά στην ανάσταση, και να δει ότι όλα μας τα βάσανα έχουν τελειώσει.
Τέτοιες ευκαιρίες άρχισαν να παρουσιάζονται αφού ήμασταν ήδη 14 με 15 χρόνια στη φυλακή.
Μια τέτοια ευκαιρία ίσως φαίνεται καλή αρχικά, αλλά το πρώτο πράγμα που σκεφτόμουν ήταν: “Τι θα γίνει ο Ισάκ; Τι θα γίνει ο Παύλος; Αν εγώ δραπετεύσω, πώς θα τιμωρηθούν εξαιτίας μου;” Στη φυλακή υπήρχαν και άτομα άλλων θρησκειών.
Είχαν φυλακιστεί λόγω της πίστης τους.
Αν κάποιος είχε την ευκαιρία να αποδράσει και το έκανε, βλέπαμε τι πάθαιναν οι συγκρατούμενοί του.
Τους τιμωρούσαν διπλά.
Το είχαμε δει να συμβαίνει αυτό αρκετές φορές.
Αλλά ο Ιεχωβά μάς διδάσκει να νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον.
Γι’ αυτό, σκεφτόμασταν συνέχεια το καλό του άλλου.
Μετά από εμάς ήρθαν και άλλοι Μάρτυρες, περίπου δέκα.
Αυτοί, λοιπόν, ακολούθησαν το δικό μας παράδειγμα.
Οι αποφάσεις μας τους επηρέασαν.
Κάτι που μας βοήθησε να αντέξουμε όλο το διάστημα που ήμασταν στη φυλακή, ειδικά τα πρώτα χρόνια, ήταν η προσευχή.
Δεν είχαμε στη διάθεσή μας πνευματική τροφή —ούτε Γραφή, ούτε έντυπα.
Το μόνο που είχαμε ήταν η προσευχή.
Στις αρχές, θυμάμαι ότι προσευχόμουν συγκεκριμένα στον Ιεχωβά να μας βγάλει από τη φυλακή.
Αλλά καθώς περνούσαν τα χρόνια, άλλαξα αυτό που ζητούσα στις προσευχές μου.
Έλεγα: «Ιεχωβά, βοήθησέ με να υπομείνω. Βοήθησέ με να προσαρμοστώ στη ζωή στη φυλακή. Βοήθησέ με να αντέξω τις δυσκολίες της ζωής εδώ».
Ένας από τους λόγους που μπορέσαμε να υπομείνουμε πάνω από 26 χρόνια ήταν επειδή ο Ιεχωβά απάντησε σε αυτές τις προσευχές.
Μας βοήθησε να προσαρμοστούμε και να αντέξουμε.
Είδα να εκπληρώνεται σε εμένα, αλλά και σε όλους όσους ήταν στη φυλακή μαζί μου, αυτό που λέει στην προς Ρωμαίους επιστολή κεφάλαιο 8, από το εδάφιο 35 και κάτω: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Μήπως θλίψη ή στενοχώρια ή διωγμός ή πείνα ή γύμνια ή κίνδυνος ή σπαθί;» Όσο ήμασταν εκεί, οι φύλακες καυχιούνταν και έλεγαν: «Εμείς θα σας κάνουμε να αφήσετε την πίστη σας, να την απαρνηθείτε».
Καθώς περνούσε όμως ο καιρός, αντί να αποδυναμώνεται η πίστη μας, γινόμασταν όλο και πιο αποφασισμένοι να μείνουμε σταθεροί.
Η πίστη μας δυνάμωνε.
Προς το τέλος της φυλάκισής μας στη Σάγουα, συναντήσαμε έναν ανώτερο αξιωματούχο από το γραφείο του προέδρου.
Χαρήκαμε που είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε τη στάση μας στην κυβέρνηση.
Δεν είχε έρθει μόνος του.
Η αίθουσα ήταν γεμάτη με άτομα από τη διοίκηση του στρατοπέδου της Σάγουα.
Ήταν κατάμεστη.
Ο αξιωματούχος άρχισε να μας λέει ότι οι ενέργειες της κυβέρνησης ήταν σωστές και ότι η κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να εναντιώνεται στους Μάρτυρες.
Όταν γυρίσαμε στο κελί μας, συζητήσαμε τι θα μπορούσαμε να πούμε.
Είναι αλήθεια ότι θα μπορούσαμε να είχαμε μιλήσει για τις ολοφάνερες δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε.
Για παράδειγμα: «Γιατί δεν έχουμε ιατρική φροντίδα; Γιατί δεν μπορούμε να δούμε ή να μιλήσουμε με την οικογένειά μας;» Θα μπορούσαμε να είχαμε μιλήσει για αυτά τα θέματα, αλλά η κυβέρνηση τα ήξερε ήδη.
Επίτηδες τα έκαναν όλα αυτά.
Οπότε δεν θα οδηγούσε πουθενά αν επικεντρωνόμασταν σε όσα περνούσαμε.
Συμφωνήσαμε μεταξύ μας ότι αυτή θα ήταν μια καλή ευκαιρία να δώσουμε μαρτυρία για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά και για την ουδέτερη στάση μας, επειδή ακούγονταν πολλά ψέματα για εμάς.
Την επόμενη μέρα, ήταν η σειρά μας να μιλήσουμε.
Ήρθαν λοιπόν οι στρατιώτες και μας οδήγησαν στην αίθουσα.
Αυτή τη φορά, η αίθουσα είχε ακόμα περισσότερα άτομα.
Χαρήκαμε όταν είδαμε ότι εκεί ήταν και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι που μας φέρονταν πολύ βάναυσα και απάνθρωπα από την πρώτη κιόλας στιγμή που βρεθήκαμε στη Σάγουα.
Ποτέ ξανά δεν μας είχε δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε δημόσια για τη στάση μας.
Τώρα, όμως, είχαν έρθει όλοι για να ακούσουν αυτά που είχαμε να πούμε.
Ήμασταν προετοιμασμένοι.
Μέχρι να φτάσουμε στην αίθουσα, ικετεύαμε συνέχεια τον Ιεχωβά να μας δώσει τη δύναμη και τα κατάλληλα λόγια.
Απαντήσαμε στα ψέματα που πίστευαν πολλοί ότι οι Μάρτυρες είναι κατά της κυβέρνησης, ότι δεν υπακούν στις «ανώτερες εξουσίες» και ότι αρνούνται να υπηρετήσουν το κράτος.
Πίστευαν ότι αρνούμαστε ακόμα και την κοινωνική υπηρεσία.
Νόμιζαν ότι δεν υπακούμε καθόλου στην κυβέρνηση.
Απαντήσαμε σε καθεμιά από αυτές τις παρανοήσεις και μάλιστα είπαμε ότι προσφέρουμε υπηρεσία στο κράτος, αρκεί αυτή να μη σχετίζεται με τον στρατό.
Ο αξιωματούχος που είχε μιλήσει την προηγούμενη μέρα δεν άντεχε να μας βλέπει να ξεσκεπάζουμε τα ψέματά του.
Εμείς τον είχαμε ακούσει με υπομονή όσο μιλούσε για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, αλλά εκείνος δεν μπορούσε.
Είχε εκνευριστεί πάρα πολύ.
Τελικά, άρχισε να φωνάζει και πήγε να μας αρπάξει το μικρόφωνο.
Όταν άρχισε να μας διακόπτει, ακόμα και οι άλλοι αξιωματούχοι πήραν το μέρος μας και είπαν: «Θέλουμε να τους ακούσουμε. Θέλουμε να μάθουμε τι έχουν να πουν για αυτό το θέμα».
Χάρη στην υποστήριξή τους, μπορέσαμε να εξηγήσουμε τη θέση μας αναλυτικά.
Καταφέραμε να απαντήσουμε σε κάθε ερώτημα που είχαν.
Έτσι λοιπόν, το σχέδιο της κυβέρνησης να στρέψει ολόκληρο το ακροατήριο εναντίον μας απέτυχε.
Αυτό το περιστατικό έδωσε καλή μαρτυρία.
Ήμασταν πολύ χαρούμενοι όταν τελείωσε η συνάντηση επειδή καταφέραμε να πούμε όλα όσα είχαμε ετοιμάσει.
Κάναμε καλή εντύπωση, και οι αξιωματούχοι που ούτε το χέρι τους δεν μας είχαν δώσει εδώ και 15 χρόνια, τώρα μας αγκάλιασαν.
Είπαν: «Όσα ακούσαμε από εσάς ήταν μια ευχάριστη έκπληξη».
Μπορέσαμε να μιλήσουμε με τους υπευθύνους για κάποιους αδελφούς που είχαν προβλήματα υγείας και για την ιατρική περίθαλψη που χρειαζόμασταν.
Ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία, μια ξεχωριστή περίσταση για εμάς.
Ποτέ δεν περίμενα να αποφυλακιστώ εκείνη τη μέρα ή εκείνη τη χρονιά.
Αλλά είδα ότι ο Ιεχωβά ξέρει να απελευθερώνει τον λαό του από δύσκολες καταστάσεις οποτεδήποτε επιλέξει εκείνος.
Ο πατέρας του Παύλου ευχαριστούσε τον Ιεχωβά, λέγοντας: «Ιεχωβά, σε ευχαριστούμε που άκουσες τις προσευχές που κάναμε τόσα χρόνια και απάντησες».
Αυτό μου έδειξε ότι δεν υποφέραμε μόνο εμείς στη φυλακή.
Υπέφεραν μαζί μας και οι οικογένειές μας.
Ικέτευαν τον Ιεχωβά τόσο πολλά χρόνια.
Ήταν τεράστια χαρά να βλέπουμε την ίδια μέρα να δίνεται απάντηση σε τόσο πολλές προσευχές.
Αυτά τα 26 χρόνια στη φυλακή, ο Ισάκ δεν ήταν βαφτισμένος Μάρτυρας, αλλά η σταθερότητά του και η πίστη του στον Ιεχωβά ήταν παράδειγμα για εμάς.
Αφού αποφυλακιστήκαμε, μάθαμε ότι κάποιοι φρουροί έγιναν αργότερα Μάρτυρες.
Νιώθουμε ότι αυτή είναι μια από τις ανταμοιβές της υπομονής μας.
Ακούμε εμπειρίες για άτομα στα οποία είχαμε δώσει μαρτυρία και προχώρησαν στην αλήθεια όταν έφυγαν από τη φυλακή.
Παίρναμε δύναμη γνωρίζοντας ότι οι άλλοι προσεύχονταν ακούραστα για εμάς.
Οι προσευχές που έκαναν συνέχεια οι αδελφοί μας σε όλο τον κόσμο μάς βοηθούσαν και μας ενίσχυαν.
Ακόμα και παιδιά που δεν μπορούσαν να πουν τα ονόματά μας προσεύχονταν για εμάς.
Άτομα από όλο τον κόσμο μάς στήριζαν με γράμματα και προμήθειες.
Αδελφοί από το Νομικό Τμήμα μάς υπερασπίζονταν και εργάζονταν για χάρη μας.
Θέλω να τους ευχαριστήσω και αυτούς.
Μου έδινε θάρρος που ήξερα ότι υπήρχαν αδελφοί και αδελφές που έκαναν με επιμονή ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να μας βοηθήσουν.
Αν και τώρα είμαστε ελεύθεροι, δεν ξέρουμε τι θα φέρει το αύριο ή τι μπορεί να αλλάξει.
Γι’ αυτό, δεν ωφελεί σε τίποτα να φοβόμαστε τη φυλακή ή τον διωγμό.
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να προετοιμαζόμαστε.
Ο Ιεχωβά θα μας βοηθήσει να υπομείνουμε κάθε δοκιμασία.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να ζητήσουμε τη βοήθειά του.
Όποια κατάσταση και αν προκύψει, αυτό που έμαθα είναι ότι ο Ιεχωβά θα μας βοηθήσει να υπομείνουμε.
Η ζωή στη φυλακή είναι πραγματικά δύσκολη.
Το ξέρω καλά, δεν το ξεχνάω.
Προσεύχομαι να αποφυλακιστούν και να μπορούν να λατρεύουν τον Ιεχωβά ελεύθερα.
Όπως έχω πει επανειλημμένα, προσεύχομαι ιδιαίτερα να σταματήσει η απάνθρωπη μεταχείριση.
Μερικές μητέρες δεν έχουν δει τα παιδιά τους να μεγαλώνουν, και μερικοί πατέρες δεν τα έχουν δει ποτέ.
Εύχομαι, λοιπόν, να απελευθερωθούν όπως και εγώ.
Θέλω να πω σε όλους τους αδελφούς και τις αδελφές: Σας παρακαλώ, να θυμάστε να προσεύχεστε για όσους είναι στη φυλακή.
Αν και εμείς αποφυλακιστήκαμε, υπάρχουν άλλοι που παραμένουν φυλακισμένοι.
Και έχουν φυλακιστεί πολλοί ακόμα.
Ας μην τους ξεχνάμε.
Ας θυμόμαστε τι περνάνε και ας γινόμαστε η φωνή τους.
Έτσι θα τους βοηθήσουμε πολύ.
Θέλω να το επαναλάβω: Σας παρακαλώ, να τους θυμάστε στις προσευχές σας.
jwbvod25-52.v Ελληνική
www.jw.org © 2026 Watch Tower Bible and Tract Society of Pennsylvania.