Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Ντέιβιντ Χ. Σπλέιν: «Όλη η Γραφή Είναι Θεόπνευστη» (2 Τιμ. 3:16)


 

 

«Όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη».  Ας σταθούμε λίγο εδώ και ας αναλύσουμε αυτή τη δήλωση  γιατί υπάρχουν πολλά που μπορούμε να αναλύσουμε.

Ας ασχοληθούμε λίγο με το τελευταίο μέρος  που λέει ότι είναι «θεόπνευστη».

Ξέρουμε τι σημαίνει αυτό.

Σημαίνει ότι ο Θεός  έβαλε τις σκέψεις του στη διάνοια των ανθρώπων,  και οι άνθρωποι τις κατέγραψαν.

Εμπνεύστηκαν από τον Θεό.

Αν όμως πούμε σε έναν οικοδεσπότη στο έργο από σπίτι σε σπίτι  ότι η Γραφή είναι εμπνευσμένη από τον Θεό,  θα καταλάβει σίγουρα τι εννοούμε;

Όχι απαραιτήτως.

Γιατί όχι;

Επειδή η λέξη «εμπνευσμένος»  χρησιμοποιείται για ένα σωρό πράγματα σήμερα.  Για παράδειγμα:  «Αυτή η ταινία είναι εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα».

Δεν έχει κάποια σχέση με τον Θεό αυτό.

Ένας ποιητής ή ένας στιχουργός εμπνέεται από ένα ηλιοβασίλεμα.

Αν λοιπόν ο οικοδεσπότης  δεν είναι καλά εξοικειωμένος με τη Γραφή,  πιθανότατα δεν θα καταλάβει τι εννοούμε  όταν θα του πούμε ότι η Γραφή είναι θεόπνευστη  και θα χρειαστεί να του εξηγήσουμε  ότι η Γραφή είναι οι σκέψεις του Θεού για τους ανθρώπους  και όχι οι σκέψεις των ανθρώπων για τον Θεό.  Αλλά τώρα θα ασχοληθούμε με το πρώτο μέρος του εδαφίου:  «Όλη η Γραφή».  Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα:

Πώς καθόρισαν ο Παύλος και οι άλλοι Βιβλικοί συγγραφείς  και οι άλλοι Χριστιανοί τον πρώτο αιώνα  —πώς καθόρισαν—  ποια συγγράμματα ήταν θεόπνευστα και ποια όχι;

Ας εξετάσουμε τρία εδάφια από τη Γραφή  που δείχνουν γιατί χρειαζόταν να γίνει αυτό.

Πάμε στον Λουκά 1:1.

Βρείτε το αν θέλετε.

Και, καθώς θα διαβάζουμε αυτό το εδάφιο,  ας προσπαθήσουμε να δούμε  αν ήταν όντως δύσκολο να καθοριστεί  αν ένα σύγγραμμα ήταν θεόπνευστο ή όχι.

Λουκάς 1:1.  Ο Λουκάς γράφει:  «Επειδή πολλοί  επιχείρησαν να συντάξουν μια αφήγηση των γεγονότων  που έχουν πιστοποιηθεί πλήρως μεταξύ μας».

Τι λέει ο Λουκάς εδώ;

Υπήρχαν πολλά ευαγγέλια για τον Ιησού Χριστό τον πρώτο αιώνα,  και όμως μόνο τέσσερα θεωρήθηκαν ότι ήταν θεόπνευστα.

Πώς καθορίστηκε αυτό;

Μήπως έβαλαν οι Χριστιανοί  ένα σωρό χειρόγραφα πάνω στο τραπέζι και είπαν:  «Α, αυτό μου αρέσει, αυτό δεν μου αρέσει και πολύ».

Αυτός δεν θα ήταν και πολύ σωστός τρόπος  για να καθορίσουν ποια βιβλία ήταν κανονικά και ποια όχι.

Τώρα θα δούμε ένα δεύτερο παράδειγμα.

Η πρώτη επιστολή του Παύλου προς τους Κορινθίους  δεν ήταν η πρώτη επιστολή του Παύλου προς τους Κορινθίους.

Αν ανοίξουμε στην 1 Κορινθίους 5:9,  θα καταλάβετε τι εννοώ.

Εδώ, στην 1 Κορινθίους 5:9,  ο Παύλος γράφει στην πρώτη του επιστολή προς τους Κορινθίους:  «Στην επιστολή μου σας έγραψα  να πάψετε να συναναστρέφεστε σεξουαλικά ανήθικους ανθρώπους».

Άρα, τους είχε γράψει και άλλη επιστολή,  πριν από αυτήν που αποκαλούμε σήμερα  πρώτη επιστολή προς τους Κορινθίους.

Και, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς,  θα αποκαλέσουμε αυτήν εδώ  πρώτη θεόπνευστη επιστολή του Παύλου προς τους Κορινθίους.

Η προηγούμενη επιστολή όμως δεν έγινε ποτέ αποδεκτή  ως μέρος του Βιβλικού κανόνα.

Γιατί;

Δεν ήταν καλή επιστολή;

Φυσικά και ήταν.

Ήταν απόλυτα σωστά όσα έλεγε;

Μπορεί ναι.

Μπορεί και όχι.

Δεν ήταν θεόπνευστη.

Γιατί όμως λέμε μπορεί και όχι;

Το <i>Ενόραση</i> κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιο  σε σχέση με τα συγγράμματα των Βιβλικών συγγραφέων  όταν δεν έγραφαν υπό θεϊκή έμπνευση.

Μιλώντας για αυτά τα συγγράμματα, το <i>Ενόραση</i> λέει  ότι «ίσως να αντανακλούσαν σε κάποιον βαθμό  την ατελή κατανόηση  που υπήρχε τα πρώτα χρόνια της Χριστιανικής εκκλησίας».

Έτσι λοιπόν,  μπορεί κάποιος να έγραφε από μόνος του μια επιστολή  σε μια εκκλησία ή σε έναν αδελφό—

Ίσως ο μαθητής Ιάκωβος να έγραψε σε κάποιον  αρκετά πριν από την απόφαση για την περιτομή  και να του είπε κάτι όπως:

“Το καλύτερο μάλλον είναι  να περιτέμνονται οι Εθνικοί Χριστιανοί”.

Ίσως να είπε κάτι τέτοιο.

Αλλά φυσικά αργότερα, όταν πάρθηκε η απόφαση  υπό την επιρροή του αγίου πνεύματος,  αυτά που έγραψε και είπε ο Ιάκωβος  ήταν σε αρμονία με το άγιο πνεύμα.

Η επιστολή του, η επιστολή του Ιακώβου, ήταν θεόπνευστη.

Όταν λοιπόν οι Βιβλικοί συγγραφείς έγραφαν υπό θεϊκή έμπνευση,  οι επιστολές τους και τα συγγράμματά τους ήταν αλάνθαστα.

Ας δούμε ένα τελευταίο παράδειγμα.

Ας ανοίξουμε στους Κολοσσαείς 4:16.  Ο Παύλος γράφει:  «Όταν διαβαστεί αυτή η επιστολή μεταξύ σας,  διευθετήστε να διαβαστεί και στην εκκλησία των Λαοδικέων,  και εσείς να διαβάσετε την επιστολή από τη Λαοδίκεια».

Η επιστολή προς τους Κολοσσαείς ήταν θεόπνευστη,  η επιστολή προς τους Λαοδικείς δεν ήταν θεόπνευστη.

Πώς πήραν λοιπόν την απόφαση οι πρώτοι Χριστιανοί;

Η Καθολική Εκκλησία ισχυρίζεται  ότι οι αποκαλούμενοι πατέρες της εκκλησίας πήραν την απόφαση  —αυτοί συνέθεσαν τον Βιβλικό κανόνα  στη Σύνοδο της Καρχηδόνας το 397 Κ.Χ.

Ωστόσο, η απόφαση είχε παρθεί πολύ πριν από τότε.

Ένα στοιχείο ως προς αυτό  μας δίνει το εδάφιο 2 Πέτρου 3:16.

Συνήθως διαβάζουμε αυτό το εδάφιο για άλλον λόγο,  αλλά ας το διαβάσουμε τώρα  έχοντας στον νου μας τον Βιβλικό κανόνα.

Εδώ ο Πέτρος μιλάει για τον Παύλο.  Και λέει:  «Μιλώντας για αυτά τα θέματα  όπως κάνει σε όλες τις επιστολές του».

Ο Πέτρος το έγραψε αυτό εδώ το 64 Κ.Χ.

Αυτό σημαίνει  ότι τουλάχιστον 13 από τις 14 επιστολές του Παύλου  είχαν ήδη κυκλοφορήσει.

Οπότε μιλάει εδώ για τον Παύλο και όλες τις επιστολές του.  Και συνεχίζει:  «Ωστόσο, μερικά πράγματα σε αυτές είναι δυσνόητα,  και οι αδαείς και ασταθείς τα διαστρέφουν,  όπως και τις υπόλοιπες Γραφές».

Τι βλέπουμε λοιπόν εδώ;

Ότι το 64 Κ.Χ. είχε ήδη παρθεί απόφαση  να αποτελούν οι επιστολές του Παύλου μέρος των Γραφών.

Πώς έγινε αυτό;

Δεν έχουμε απαντήσει ακόμα στην ερώτηση.

Την κάνουμε συνέχεια, αλλά δεν έχουμε απαντήσει ακόμα σε αυτήν.

Η απάντηση υπάρχει στην 1 Κορινθίους 12:10.

Και θυμηθείτε γιατί το διαβάζουμε αυτό.

Θέλουμε να δούμε  πώς μπόρεσαν να καθορίσουν οι Χριστιανοί τον πρώτο αιώνα  ποια βιβλία της Γραφής και επιστολές  ήταν θεόπνευστα και ποια όχι.

Ο Παύλος μιλάει εδώ για τα χαρίσματα του πνεύματος  και λέει ότι δόθηκε «σε κάποιον άλλον  εκτέλεση δυναμικών έργων,  σε άλλον προφητεία,  σε άλλον διάκριση εμπνευσμένων εκφράσεων».

Ορισμένοι Χριστιανοί τον πρώτο αιώνα  είχαν ένα θαυματουργικό χάρισμα του πνεύματος  που τους επέτρεπε να καθορίζουν, να διακρίνουν,  ποια συγγράμματα ήταν θεόπνευστα και ποια όχι.

Και έτσι συντάχθηκε ο Βιβλικός κανόνας.

Και αν το σκεφτούμε είναι απόλυτα λογικό, έτσι δεν είναι;

Το άγιο πνεύμα κατηύθυνε τη συγγραφή της Γραφής,  και το άγιο πνεύμα  κατηύθυνε να συγκεντρωθούν όλα τα θεόπνευστα συγγράμματα μαζί  και να αποτελέσουν αυτό που σήμερα αποκαλούμε «όλη η Γραφή».  Ναι, «όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη».  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου