Άρχισα να μελετώ τη Γραφή με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά στα 14 μου.
Μόλις κατάλαβα ότι ο Θεός όντως υπάρχει, χάρηκα πολύ και προσευχήθηκα λέγοντας: «Νόμιζα ότι δεν υπάρχεις.
Σε παρακαλώ, συγχώρησέ με».
Είπα αμέσως στην οικογένειά μου ότι στο εξής δεν μπορούσα να συμμετέχω σε πάρτι γενεθλίων και Χριστουγέννων κάτι που μας άρεσε πολύ.
Η μητέρα μου τηλεφώνησε σε όλους μας τους συγγενείς και με δάκρυα στα μάτια τούς είπε ότι η κόρη της είχε μπλέξει με μια απαίσια θρησκεία. Μάλιστα είπε στην αδελφή που μου έκανε μελέτη να της δώσει πίσω την κόρη της.
Ένιωθε ότι με έπαιρναν από κοντά της.
Βλέποντάς την να ενεργεί έτσι κάποιες φορές ένιωθα λες και έκανα κάτι κακό. Αλλά ήξερα ότι, αν συμβιβαζόμουν, ο Ιεχωβά θα λυπόταν. Ο Ιεχωβά μού είχε επιτρέψει με καλοσύνη να γνωρίσω την αλήθεια. Πίστευα ακράδαντα ότι, για να τον ευαρεστώ δεν έπρεπε να τα παρατήσω.
Το πιο εύκολο θα ήταν να τα παρατήσω.
Αλλά ήξερα πως, αν το έκανα αυτό δεν θα μπορούσα να βοηθήσω τους γονείς μου να γνωρίσουν την αλήθεια.
Ήξερα ότι θα έβαζα τα κλάματα αν προσπαθούσα να τους μιλήσω πρόσωπο με πρόσωπο.
Γι’ αυτό, προτίμησα να τους γράψω κάποια γράμματα.
Προσευχόμουν ξανά και ξανά και δεν έπαυα να λέω στη μητέρα μου πόσο πολύ την εκτιμούσα.
Με τον καιρό, κατάλαβε ότι δεν είχε χάσει την κόρη της και της έφυγε ένα μεγάλο βάρος.
Τώρα κάνει μελέτη και οι σχέσεις μας πλέον είναι πολύ ειρηνικές
και ευχάριστες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου