Γιατί πρέπει να προσπαθείς να μιλάς ανοιχτά στους γονείς σου για τις σκέψεις σου; (Παρ 23:26) Επειδή ο Ιεχωβά τούς έχει αναθέσει την ευθύνη να σε φροντίζουν και να σε καθοδηγούν. (Ψλ 127:3, 4) Θα τους ήταν δύσκολο να σε βοηθήσουν αν τους έκρυβες όλες τις έγνοιες και τις ανησυχίες σου. Επίσης, θα έχανες την ευκαιρία να μάθεις από την πείρα που έχουν αποκτήσει στη ζωή. Είναι λάθος να κρατάς κάποιες σκέψεις για τον εαυτό σου; Όχι απαραίτητα—αρκεί να μην το κάνεις με σκοπό να τους ρίξεις στάχτη στα μάτια.—Παρ 3:32.
Πώς μπορείς να μιλάς στους γονείς σου; Διάλεξε μια ώρα που είναι καλή και για εσένα και για αυτούς. Αν αυτό σου φαίνεται βουνό, θα μπορούσες να γράψεις ένα γράμμα σε κάποιον από τους δύο για να τους πεις πώς νιώθεις. Τι γίνεται αν θέλουν να συζητήσετε ένα ζήτημα ενώ εσύ όχι και τόσο; Να θυμάσαι ότι το μόνο που θέλουν είναι να βοηθήσουν. Άλλωστε, είστε στην ίδια ομάδα—δεν είστε αντίπαλοι. Οι προσπάθειες που κάνεις για να επικοινωνείς ανοιχτά με τους γονείς σου θα σε ωφελούν για μια ζωή—μια αιώνια ζωή!—Παρ 4:10-12.
Όταν ήμουν έφηβη, πίστευα ότι δεν έχει νόημα να μιλάω με τους γονείς μου γιατί σε εκείνους άρεσαν άλλα πράγματα.
Σκεφτόμουν ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος.
Και επίσης ήθελα να νιώθω ότι είμαι μεγάλη και να μου συμπεριφέρονται και οι άλλοι σαν να είμαι μεγάλη.
Θυμάμαι που ερχόταν η μαμά μουνα με πάρει από το σχολείο, και επειδή ήθελε να μου δείξει ότι ενδιαφέρεται, με ρωτούσε: «Τι κάνουν οι φίλες σου; Πώς ήταν το σχολείο σήμερα; Έχεις πολύ διάβασμα;»
Αλλά εγώ το έπαιρνα ότι χώνεται στη ζωή μου.
Φορούσα όλη την ώρα τα ακουστικά.
Όποτε οι γονείς μου προσπαθούσαν να μου μιλήσουν, εγώ έβαζα τα ακουστικά και δεν τους έδινα σημασία.
Οι γονείς μου μεγάλωσαν εντελώς διαφορετικά από ό,τι εγώ.
Μεγάλωσαν σε άλλη χώρα, μιλούσαν άλλη γλώσσα, μεγάλωσαν σε άλλη εποχή.
Όταν συζητάς με κάποιον που δεν ξέρει καλά τη γλώσσα σου, πολλές φορές δεν μπορείς να του ανοίξεις την καρδιά σου. Είχα λοιπόν αυτό το πρόβλημα. Δεν μπορούσα να πω στους γονείς μου ακριβώς πώς νιώθω και εκείνοι να με καταλάβουν.
Και έτσι, κάθε φορά δυσκολευόμουν να τους εξηγήσω τα συναισθήματά μου.
Ένιωθα ότι οι γονείς μου δεν μπορούσαν να με καταλάβουν.
Όταν πήγα πρώτη φορά στη σχολή σκαπανέων, έμαθα πολλά για τις ιδιότητες του Ιεχωβά.
Η μία ήταν ότι είναι πολύ προσιτός.
Και τότε σκέφτηκα: “Εγώ είμαι προσιτή;”
Σκέφτηκα πώς φερόμουν στο έργο, πώς φερόμουν στις συναθροίσεις και πώς στο σπίτι.
Και κατάλαβα ότι στο σπίτι είχα πολλά που έπρεπε να διορθώσω.
Ένιωθα ότι ζούσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους.
Ο ένας ήταν στο σχολείο με τους συμμαθητές μου που ένιωθα ότι με καταλαβαίνουν και ο άλλος ήταν στο σπίτι που κλεινόμουν στον εαυτό μου.
Δεν προσπαθούσα να επικοινωνήσω με τους γονείς μου γιατί πίστευα ότι δεν άξιζε.
Προσπαθούσα να λύνω τα προβλήματά μου μόνος μου και μονίμως την πατούσα.
Απέκτησα ένα σωρό κακές συνήθειες που προσπαθώ ακόμη να τις ξεπεράσω.
Αν είχα καλύτερη επικοινωνία μαζί τους, αν καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλον, αν τους ζητούσα βοήθεια και δεχόμουν τη στήριξή τους και τους θεωρούσα συμμάχους, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Μακάρι πραγματικά να το είχα κάνει.
Ο Ιησούς που ήταν τέλειος άνθρωπος και είχε τέλεια κρίση δεν έπαιρνε αποφάσεις μόνος του.
Πάντα ζητούσε καθοδηγία από τον Πατέρα του. Αυτό με έβαλε σε σκέψεις:
“Αν ο Ιησούς το έκανε αυτό, τότε μάλλον πρέπει να το κάνω και εγώ”.
Με βοήθησε πολύ το εδάφιο Κολοσσαείς 4:6.
Κατάλαβα ότι πρέπει να μιλάω πιο καλοσυνάτα στην οικογένεια.
Συνειδητοποίησα ότι, όταν μιλούσα με τους γονείς μου, ήμουν συνέχεια σε άμυνα και ότι έπρεπενα γίνω πιο προσιτή.
Στην αρχή, όταν προσπάθησα να τους μιλήσω ,ένιωθα κάπως άβολα.
Δεν ήθελα να τους πω κάτι προσωπικό γιατί δεν το είχα συνηθίσει.
Σκέφτηκα λοιπόν να τους ρωτήσω κάποια πράγματα για αυτούς —να τους ρωτήσω πώς ήταν η μέρα τους, τι τους άρεσε από τη συνάθροιση. Προσπαθούσα να ενδιαφέρομαι περισσότερο για εκείνους αντί να εστιάζω στον εαυτό μου.
Και έτσι έσπασε ο πάγος, και άρχισα να νιώθω πιο άνετα να τους ανοίγομαι.
Επικεντρωνόμουν τόσο στο ότι οι γονείς μουδεν με καταλάβαιναν που δεν προσπαθούσα να καταλάβω εγώ εκείνους.
Όταν κάθισα και σκέφτηκα τους γονείς μου, σκέφτηκα πόσο τρέξιμο χρειάζεται για να είσαι γονιός.
Από όταν ήμουν μωρό, επί χρόνια, έτρεχαν μέρα νύχτα για να με φροντίσουν.
Δεν απαίτησαν ποτέ από εμένα ένα «ευχαριστώ» ή οτιδήποτε άλλο.
Ήταν πολύ αυτοθυσιαστικοί.
Και σκέφτηκα: “Αν εγώ έπρεπε να τρέξω τόσο πολύ για κάποιον, πώς θα ένιωθα αν δεν μου έλεγε ένα «ευχαριστώ».
Ή πώς θα ένιωθα αν το άτομο για το οποίο έτρεξα τόσο πολύ δεν με θεωρούσε καν φίλο του;”
Αργότερα, όταν μεγάλωσα λίγο και άρχισα να έχω καλύτερη επικοινωνία με τους γονείς μου, κατάλαβα ότι έδειχνε ωριμότητα να ζητάω τη συμβουλή τους και να δίνω σημασία στη γνώμη τους και να τους λέω πάντα τι πρόκειται να κάνω και πού θα πάω.
Πολλές φορές η καρδιά μας παίρνει το τιμόνι και μας πηγαίνει εκεί που νομίζει αυτή ότι πρέπει να πάμε.
Και συνήθως μας πηγαίνει στη λάθος κατεύθυνση και μερικές φορές πληγωνόμαστε.
Και μετά λέμε: «Μακάρι να μη το είχα κάνει αυτό». Οι γονείς μας τα έχουν περάσει αυτά, και αυτό που προσπαθούν να κάνουν για εμάς τώρα είναι να μας λένε: «Μην αφήνεις την καρδιά σου να πάρει το τιμόνι».
Αν μπορούσα να πω κάτι στον εαυτό μου στην εφηβεία θα ήταν να βλέπω τον μπαμπά μου και τη μαμά μου πιο πολύ σαν προπονητές, γιατί τότε πίστευα ότι πάντα προσπαθούν να με επικρίνουν και να τονίσουν τα λάθη μου.
Αλλά αυτοί ουσιαστικά προσπαθούν να με βοηθήσουν.
Θέλουν να είναι η ζωή μου ευτυχισμένη.
Μακάρι να το ήξερα αυτό όταν ήμουν έφηβη. Αλλά χαίρομαι που το κατάλαβα έστω και τώρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου